Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

Το Πρόβλημα της Εκπαίδευσης στην Επιχειρηματικότητα



Είναι γεγονός ότι το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δεν είχε δώσει ιδιαίτερη έμφαση μέχρι τέλη της δεκαετίας του ’90, στη διδασκαλία και ανάπτυξη της εκπαιδευτικής δραστηριότητας «επιχειρηματικότητα». Η επιχειρηματικότητα ουδέποτε προβλήθηκε στο πλαίσιο του σχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού ως εναλλακτική επαγγελματική επιλογή των αποφοίτων του ελληνικού σχολείου. Ανέκαθεν υπήρχαν ιδεολογικού χαρακτήρα αντιρρήσεις για την εισαγωγή μαθημάτων και δραστηριοτήτων επιχειρηματικότητας με το σκεπτικό της κρυφής εισαγωγής του νεοκλασικού μοντέλου στην εκπαίδευση καθώς και εννοιών όπως αυτή του κέρδους αλλά και τη σύνδεση του σχολείου με την έννοια της αγοράς και των επιχειρήσεων που θεωρείτο κατακριτέο. Εξαίρεση αποτελούσε η δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να προσανατολίζει τους νέους σε αυτό που καλείται «How to take a job», δηλαδή στην ανεύρεση εργασίας, και όχι στο «How to make a job», δηλαδή στην επιχειρηματικότητα.

Η προβληματικότητα της σχέσης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος με την επιχειρηματικότητα είναι όμως ζήτημα πολύ ευρύτερο από την ικανότητά του να παρέχει σχετικές γνώσεις γύρω από το επιχειρείν. Όπως φαίνεται το κρισιμότερο ζήτημα είναι το πώς το εκπαιδευτικό σύστημα επιδρά αρνητικά σε δύο από τις βασικές προϋποθέσεις του «επιχειρείν», την καινοτομία και τη δημιουργικότητα (Ιωαννίδης, 2007). Επίσης, δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στην ανάπτυξη μιας σειράς κοινωνικών δεξιοτήτων, απόλυτα απαραιτήτων για την επιχειρηματικότητα.
Τα προβλήματα αυτά έχουν προκύψει αφενός από το γεγονός ότι το σχολείο λειτουργεί ως εξεταστικό κέντρο και προθάλαμος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αφετέρου από την προσκόλληση σε παρωχημένα μοντέλα «επιτυχίας», όπως αυτό της αποστήθισης. Η έμφαση στην αποστήθιση, που διατηρείται ακόμα ως βασικό συστατικό του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος στις δύο πρώτες βαθμίδες του, επιδρά αρνητικά στην ανάπτυξη απορροφητικής ικανότητας με δύο τρόπους. Πρώτον, δίνοντας προτεραιότητα στη στείρα απορρόφηση γνώσης, ουσιαστικά υποβαθμίζει την ανάπτυξη των κάτωθι κοινωνικών δεξιοτήτων:
(α) κριτική ικανότητα,
(β) δεξιότητα σύγκρισης,
(γ) δεξιότητα αντιπαράθεσης,
(δ) δεξιότητα περιγραφής,
(ε) ερμηνεία γεγονότων και θεωρήσεων,
(στ) ικανότητα επιχειρηματολογίας,
(ζ) ικανότητα ελέγχου γεγονότων,
(η) αξιολόγηση,
(θ) αμφισβήτηση,
(ι) ικανότητα παρατήρησης,
(ια) ικανότητα επίλυσης προβλημάτων,
(ιβ) ικανότητα παρουσίασης θεμάτων και κατάθεσης απόψεων.

Η υποβάθμιση των ανωτέρω δεξιοτήτων λόγω της απομνημόνευσης λειτουργεί απαγορευτικά για την ανάπτυξη της ικανότητας του μαθητή να επεξεργάζεται τη γνώση και να επιλέγει και να συνδυάζει εκείνα τα στοιχεία της που κρίνει ότι του είναι χρήσιμα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Το αδιαφοροποίητο, λοιπόν, της γνώσης που κατακλύζει τον μαθητή της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν συνοδεύεται από την ικανότητα επιλεκτικής και κριτικής στάσης απέναντι στη γνώση που του παρέχει το σχολείο (Ιωαννίδης, 2007).

Δεύτερον, η έμφαση στην αποστήθιση ενισχύει μια παθητική στάση απέναντι στη γνώση, όπου ο μαθητής μαθαίνει να θεωρεί ότι η γνώση είναι κάτι που μεταδίδεται από τον καθηγητή, χωρίς ο ίδιος να χρειάζεται να καταβάλει προσπάθεια για να την ανακαλύψει ή να την αναζητήσει.
Αντίστοιχα είναι τα προβλήματα που το σύστημα δημιουργεί σχετικά με τη δημιουργικότητα. Η έμφαση στην αποστήθιση προωθεί την πεποίθηση ότι ο δρόμος προς την επιτυχία απαιτεί απλώς τη δυνατότητα πιστής αναπαραγωγής της γνώσης που έχει αποκτηθεί, υποτιμώντας έτσι την ικανότητα μετατροπής της σε κάτι νέο. Πολύ περισσότερο, το υπάρχον σύστημα ουσιαστικά αποθαρρύνει το μαθητή να σκεφτεί δημιουργικά, δεδομένου ότι σε καμιά βαθμίδα δεν αξιολογεί θετικά την οποιαδήποτε δημιουργική του πρωτοβουλία.
Οι κριτικές σκέψεις, που μόλις διατυπώθηκαν, για την ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος στην Ελλάδα δεν παρουσιάζονται βέβαια για πρώτη φορά. Εμφανίζονται πολύ συχνά στο δημόσιο διάλογο για θέματα παιδείας, χωρίς, ωστόσο, να έχουν κατορθώσει μέχρι σήμερα να ληφθούν σοβαρά υπόψη από καμία από τις πολλές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν εισαχθεί τα τελευταία χρόνια. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική ενίσχυση της ποιοτικής επιχειρηματικότητας. Σε αυτήν τη βάση, μια τέτοια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ίσως αποτελεί τη σημαντικότερη «έμμεση» πολιτική για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.

2 σχόλια: