Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

"Εμπόριο και Ευεργεσία: Η περίπτωση της πόλης του Πειραιά" , Ομιλία Κ. Μπουρλετίδη στην κοπή της Πίτας του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιά



Αξιότιμοι κύριοι/ κυρίες


Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τους ανθρώπους του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιά και ιδιαίτερα τον Πρόεδρο Γιώργο Ζησιμάτο για την τιμητική πρόσκληση που μου έκαναν και να ευχηθώ με τη σειρά μου σε όλους καλή και δημιουργική χρονιά γεμάτη υγεία και επιτυχίες. Ειδικά στο πειραϊκό εμπόριο θα ήθελα να ευχηθώ να ζήσει επιτέλους την άνοιξη που του αξίζει.



Διότι στην πόλη του Πειραιά, το εμπόριο δεν ήταν απλώς μια σημαντική οικονομική δραστηριότητα, η οποία κάλυπτε καταναλωτικές ανάγκες των κατοίκων αλλά ο καταλυτικός παράγοντας που οδήγησε στη δημιουργία και ανάπτυξη της σύγχρονης πόλης του Πειραιά από το 1835 μέχρι σήμερα. Και βασική μεταβλητή ανάπτυξης και δημιουργίας ο επιχειρηματίας – έμπορος – ευεργέτης και έποικος της πόλης. (4ε)


2. Ευεργέτες – Έμποροι: Το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο

Το φαινόμενο της ευεργεσίας είναι κατ’ εξοχήν ελληνικό. Έτσι τουλάχιστον έχουν ισχυριστεί ιστορικοί όπως ο Πολ Βεν που ανιχνεύει τις ρίζες του ευεργετισμού στην ελληνιστική περίοδο. Ευεργέτες στήριξαν το έθνος όταν έβγαινε από την επανάσταση του ’21, έχτισαν σχολεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία, όπλισαν το κράτος -θωρηκτό Αβέρωφ- σε κρίσιμες στιγμές. Με δικά τους χρήματα αναβίωσαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, τρία χρόνια μετά το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαρίλαου Τρικούπη

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Ανώτατη Εκπαίδευση και Ποιότητα: από τον 16ο αιώνα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980


 
Η εδραίωση του τριτοβάθμιου συστήματος εκπαίδευσης σε πολλές χώρες της Ευρώπης από τον 16ο αιώνα και μετά, οδήγησε στην δημιουργία πολλών φημισμένων Πανεπιστημίων στα οποία κατέφευγαν γόνοι των αστικών οικογενειών αλλά και της άρχουσας τάξης και των οικονομικών ελίτ των τότε κοινωνιών. Η ολοκλήρωση των σπουδών σε ένα Πανεπιστήμιο της Αγγλίας, Γαλλίας και Γερμανίας εξασφάλιζε στον απόφοιτο του επαγγελματική επιτυχία, κοινωνική άνοδο και οικονομική ευημερία. Οι σπουδές σε ένα Πανεπιστήμιο ήταν κυρίως γενικής κατεύθυνσης με ιδιαίτερη έμφαση στο χώρο της φιλοσοφίας, των φυσικών επιστημών, της νομικής και της Ιατρικής.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Δημήτρη Ματθαίου, πριν από τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής γινόταν ήδη λόγος για την ανωτερότητα της γενικής παιδείας που προσέφερε ένα Πανεπιστήμιο σε σχέση με την σχολική εκπαίδευση, την εκπαίδευση σε τεχνικά επαγγέλματα και την στοιχειώδη εκπαίδευση, που στόχο είχε τον αλφαβητισμό. Συνεπώς, η εκπαίδευση που παρείχαν τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα θεωρούνταν εξ ορισμού υψηλής «ποιότητας» και επιπέδου.

Τον 19ο αιώνα οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, οι κοινωνικές επαναστάσεις και αλλαγές, τα νέα ιδεολογικά ρεύματα και η δημιουργία κρατών που προήλθαν από κατάτμηση ή διάλυση αυτοκρατοριών οδήγησαν στο να χαρακτηριστεί ως «ποιοτική» η εκπαίδευση που δημιουργούσε και διαμόρφωνε εθνική ταυτότητα και συνείδηση, ανέπτυσσε πειθαρχία απέναντι στο κράτος και σεβασμό στους θεσμούς (Ματθαίου 2007, Φασούλης 2010).

Τον 20ο αιώνα και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων συνδέθηκε με το εγχείρημα της ανάπτυξης και της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας. Μάλιστα την περίοδο εκείνη στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής η συνειδητοποίηση της σπουδαιότητας και του ρόλου που διαδραματίζει το Πανεπιστήμιο, οδήγησε τον επιχειρηματικό κόσμο και κυρίως την βιομηχανία να αξιώσουν από τα ανώτατα ιδρύματα αποδείξεις για την αποτελεσματικότητά τους απέναντι στην κοινωνία και να λογοδοτήσουν «για κάθε δολάριο των φορολογουμένων που πρέπει να γνωρίζουν αν δαπανώνται από το Πανεπιστήμιο αποτελεσματικά και δίνουν ισοδύναμα αποτελέσματα»  (Cook 1989, Φασούλης 2002).

Έτσι λοιπόν από την περίοδο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του ’80 η έννοια της αποτελεσματικότητας κυριάρχησε στη διοίκηση της εκπαίδευσης, και η αναζήτηση των παραγόντων που προσδιορίζουν την αποτελεσματική λειτουργία των εκπαιδευτικών οργανισμών,  μονοπωλούσε το ενδιαφέρον της εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι πολιτικές "ανταποδοτικότητας" και "λογοδοσίας" (value for money, accountability) συνδέονταν με την ανησυχία ότι τα Πανεπιστήμια ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη θεωρία παρά για την παραγωγή  εφαρμοσμένης έρευνας και ειδικευμένων επαγγελματιών, οι οποίοι θα στελέχωναν όλους τους τομείς των ταχύτατα αναπτυσσόμενων οικονομιών της δεκαετίας του ’60. Παράλληλα έννοιες όπως αποδοτικότητα, αποδοτική χρήση πόρων, χρηματοδότηση με βάση την απόδοση εισέβαλαν στην καθημερινή ζωή των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων.

Θα πρέπει βέβαια να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις διότι η έννοια της αποτελεσματικότητας (effectiveness) συνδέεται και πολλές φορές συγχέεται, με την έννοια της αποδοτικότητας (efficiency), ίσως γιατί ακόμη και οι επιστήμονες που τις χρησιμοποιούν δεν τις οριοθετούν με σαφήνεια ή / και τις χρησιμοποιούν ως εναλλακτικές. Οι όροι αυτοί στην ουσία έχουν προέλθει από τον τομέα της παραγωγής στην οικονομία και για τούτο θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν σε ανάλογο πλαίσιο οριοθέτησης. Αφορούν, οπωσδήποτε, κάποια παραγωγική διαδικασία και ως τέτοια θεωρείται και η εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό η εκπαιδευτική διαδικασία έχει κάποιες «εισροές» (inputs), οι οποίες, μέσα από μια «διαδικασία» (process) μετατρέπονται σε «εκροές» (outputs).

            Η «αποτελεσματικότητα» μιας παραγωγικής διαδικασίας, στην περίπτωσή μας της εκπαίδευσης, σημαίνει την μετατροπή των εισροών σε εκροές. Δηλαδή να επιτύχουμε τους εκπαιδευτικούς στόχους χρησιμοποιώντας όσους πόρους χρειαζόμαστε χωρίς να υπάρχει όριο στους πόρους που θα χρησιμοποιηθούν. Αρκεί να επιτευχθεί το αποτέλεσμα με όποιο κόστος.

Η «αποδοτικότητα» μιας παραγωγικής διαδικασίας συνήθως αναφέρεται στη μετατροπή των εισροών σε εκροές με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στη μέγιστη δυνατή ποσότητα, χρησιμοποιώντας όσο το δυνατό μικρότερες ποσότητες εισροών και με το λιγότερο κόστος.