Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2015

Αποτελεσματικότητα Προγραμμάτων Εκπαίδευσης Ενηλίκων


Η επιτυχία και αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος εκπαίδευσης ενηλίκων εξαρτάται από την επιτυχή διαχείριση και υιοθέτηση  των κατάλληλων θεωρίες μάθησης, της εφαρμογής ομαδοσυνεργατικών τεχνικών, στη δυναμική της ομάδας και στις αρχές εκπαιδευτικού σχεδιασμού.
 Πιο συγκεκριμένα: 
1.       Ένα πρόγραμμα Εκπαίδευσης Ενηλίκων οφείλει να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις μάθησης των ενηλίκων, να κινητοποιεί το ενδιαφέρον των εκπαιδευομένων και να θέτει στόχους που να επικεντρώνονται στα επίπεδα των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των στάσεων της εκπαιδευόμενης ομάδας (Βαϊκούση κ.συν., 1999 Courau, 2000•. Noye & Piveteau, 1999).
2.       Απαιτείται η υιοθέτηση της αντίληψης της ομάδας και ο «σεβασμός» στη δυναμική της. Παράλληλα με την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων επιδιώκεται η μετατροπή του απλού αθροίσματος των μελών της τάξης σε μια δυναμική ομάδα εκπαιδευομένων που συμμετέχει ενεργά στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των εκπαιδευτικών στόχων και δραστηριοτήτων.
3.       Επιπλέον, ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων χρειάζεται να έχει στον πυρήνα του την κατανόηση ότι η εκπαίδευση ενηλίκων είναι μια πολιτική διαδικασία (Brookfield, 2001 Freire, 1974). Η εκπαίδευση δεν είναι ανεξάρτητη από το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο υλοποιείται.  Γι αυτό και ένα σεμινάριο εκπαίδευσης ενηλίκων δεν είναι «κονσέρβα» που «τρώγεται» ανεξαρτήτως τόπου και χρόνου.  Κάθε φορά που υλοποιείται ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης θα πρέπει να εξετάζονται εκ των προτέρων μια σειρά από παράγοντες όπως τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού πληθυσμού, οι προσδοκίες τους για το πρόγραμμα, οι ιδιαιτερότητες της περιοχής στην οποία λαμβάνει χώρα η εκπαίδευση κ.α  και με βάση αυτά να επαναπροσδιορίζονται  εκπαιδευτικοί στόχοι, τεχνικές, μέσα και υλικό.
4.       Το μοντέλο εκπαίδευσης που υιοθετείται συχνά, θα πρέπει να είναι η ομαδική και βιωματικού τύπου εκπαίδευση, στην οποία οι συμμετέχοντες αποδίδουν μεγάλη σημασία στη διάσταση της γνώσης του εαυτού, που τη συσχετίζουν με τη διάσταση της ομάδας, επειδή βιώνουν μια παράλληλη διεργασία προς τον εαυτό και προς τον άλλο (Μπακιρτζής, 1998). Ο εκπαιδευτής δεν θα πρέπει να απασχολείται με το τι θα διδάξει αλλά με το σε ποιες δραστηριότητες θα εμπλέξει τους εκπαιδευόμενους.
5.       Το πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως “Edutaintment” (Education + Entertainment), (Εκπαίδευση + Διασκέδαση). Δηλαδή θα πρέπει να «ευχαριστεί» και να «διασκεδάζει» τους συμμετέχοντες  ώστε να βελτιώνεται η διάθεση και ο βαθμός συμμετοχής τους. Γενικά, ο βαθμός συμμετοχής των εκπαιδευομένων στη μαθησιακή διεργασία επηρεάζεται σημαντικά από το βαθμό ικανοποίησής τους, η οποία σχετίζεται με το πλαίσιο αναφοράς της ακαδημαϊκής αλλά κυρίως της συναισθηματικής προσέγγισης που ακολουθείται (Γούλας, 2006 Mezirow, 2000).
6.       Η κατάλληλη συναισθηματική προσέγγιση μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την αλληλεπίδραση των συμμετεχόντων στη μαθησιακή διεργασία. Τα συναισθήματα μπορούν να προωθήσουν ή να εμποδίσουν τη μαθησιακή διεργασία οπότε ανάλογα με τις συνθήκες και τις προθέσεις των συμμετεχόντων θα χρειαστεί είτε να ενισχυθούν είτε να παραμεριστούν, ώστε τελικά τα μέλη της ομάδας μάθησης να μην αναπτύξουν άμυνες ούτε να αρνηθούν ή να αμφισβητήσουν την νέα γνώση (Boud, Keogh & Walker, 2002 Κόκκος, 1999, σελ. 69).
7.       Οι διαθέσιμες υποδομές πρέπει να είναι επαρκείς και σε καλή κατάσταση ώστε να συμβάλλουν στην επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων και να μην δημιουργούν εμπόδια στη μάθηση.