Τα τελευταία περίπου τριάντα χρόνια, οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων (Global University Rankings) έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαμόρφωσης της εικόνας και της φήμης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων παγκοσμίως. Η πρώτη δημοσίευση της Academic Ranking of World Universities το 2003 (γνωστή ως Κατάταξη ή Λίστα της Σανγκάη), προέκυψε όταν μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου Shanghai Jiaotong (Κίνα) δημιούργησε την εν λόγω κατάταξη για να αποτυπώσει "συγκριτική αξιολόγηση" των κινεζικών πανεπιστημίων με τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου Πλέον σήμερα έχουν διαμορφωθεί και υλοποιούνται πάνω από 10 παγκόσμιες κατατάξεις Πανεπιστημίων, στις οποίεςτα πανεπιστήμια τοποθετούνται σε πίνακες που υποτίθεται ότι αποτυπώνουν την «αριστεία» και την «ποιότητά» τους.
Η δημιουργία της κατάταξης της Σανγκάη
δεν ήταν όμως η αιτία για το φαινόμενο των παγκόσμιων rankings Πανεπιστημίων
αλλά ένα από τα αποτελέσματα της επίδρασης της παγκοσμιοποίησης στην
τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία έφερε νέα δεδομένα στις δυνατότητες σπουδών και
αύξησε κατά πολύ την κινητικότητα φοιτητών και προσωπικού μεταξύ διαφορετικών
χωρών. Άτομα που ενδιαφέρονταν να σπουδάσουν σε Πανεπιστήμια εκτός της χώρας
τους αναζητούσαν εξειδικευμένους πληροφορίες για την ποιότητα σπουδών και
υποδομών, για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων του κάθε Πανεπιστημίου για το
ύψος των διδάκτρων κλπ. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθούσαν τον κάθε δυνητικό
φοιτητή να συγκρίνει τις επιλογές Πανεπιστημίων που είχε και να επιλέξει τη
βέλτιστη με βάση τις δυνατότητες του. Επειδή πολλές από αυτές τις
εξειδικευμένες πληροφορίες σύγκρισης, δεν μπορούσε να τις βρει στις τότε πρωτόγονες
ιστοσελίδες και οδηγούς σπουδών, διάφοροι οργανισμοί που δραστηριοποιούνταν στο
εκπαιδευτικό marketing κάλυψαν αυτό το κενό, δημιουργώντας παγκόσμιες
πολυκριτηριακές κατατάξεις, οι οποίες αξιολογούσαν τα Πανεπιστήμια μιας χώρας
και διευκόλυναν τους μελλοντικούς φοιτητές να επιλέξουν, επικαλούμενοι τα
αποτελέσματα τους
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Μια υψηλή
θέση σε διεθνή κατάταξη συνεπάγεται και υψηλότερη συνολική ποιότητα για ένα
Πανεπιστήμιο; Η απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε μονοδιάστατη. Η σχέση
ποιότητας και κατατάξεων είναι υπαρκτή και ισχυρή σε ορισμένες διαστάσεις, αλλά
αδύναμη και ανύπαρκτη σε άλλες.
Η λογική των διεθνών κατατάξεων: Η μέτρηση της αριστείας
Η πρώτη συστηματική παγκόσμια κατάταξη, η
ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), σχεδιάστηκε με σαφή στόχο τη μέτρηση της
ερευνητικής ισχύος των πανεπιστημίων. Τα βασικά της κριτήρια, βραβεία Nobel και
Fields, ερευνητές υψηλής απήχησης, δημοσιεύσεις σε κορυφαία περιοδικά όπως
Nature και Science, βιβλιομετρικοί δείκτες, αποτυπώνουν κυρίως ερευνητικές
εκροές και διεθνή επιστημονική επιρροή.
Αντίστοιχα, η QS και η Times Higher Education χρησιμοποιούν σύνθετα μοντέλα δεικτών που περιλαμβάνουν βιβλιομετρικά δεδομένα (Scopus, Web of Science), δείκτες διεθνοποίησης, φήμης και, σε μικρότερο βαθμό, διδασκαλίας. Η κατάταξη Webometrics (Ranking Web of Universities), που υλοποιείται από τη Cybermetrics Lab του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών (CSIC), διαφοροποιείται μεθοδολογικά από τις «κλασικές» κατατάξεις όπως η ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), η QS και η Times Higher Education, καθώς χρησιμοποιεί τον παγκόσμιο ιστό ως πεδίο αποτύπωσης της ακαδημαϊκής δραστηριότητας και επιχειρεί να μετρήσει τη διεθνή ψηφιακή και ερευνητική επίδραση των ιδρυμάτων. Η μεθοδολογία της βασίζεται σε τρεις βασικούς δείκτες: την ορατότητα (εξωτερικοί σύνδεσμοι προς τον ιστότοπο του ιδρύματος), τη διαφάνεια/ανοικτότητα (ετεροαναφορές ερευνητών μέσω Google Scholar) και την ερευνητική αριστεία (ποσοστό δημοσιεύσεων στο ανώτερο 10% παγκοσμίως). Παρότι οι μεθοδολογίες διαφοροποιούνται, το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η έντονη έμφαση στην έρευνα και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα υποεκτιμώντας τη συνολική εκπαιδευτική και θεσμική ποιότητας ενός πανεπιστημίου
.webp)






