Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Η δημοκρατία, η ελπίδα και το ανοιχτό της Ιστορίας

 

Η απώλεια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δεν σηματοδοτεί απλώς την αποχώρηση ενός κορυφαίου Έλληνα κοινωνιολόγου και πανεπιστημιακού. Σηματοδοτεί την απουσία μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες και ανήσυχες φωνές της ελληνικής δημόσιας διανόησης· ενός ανθρώπου που για δεκαετίες επιχείρησε να κατανοήσει την ελληνική κοινωνία όχι απομονωμένη, αλλά μέσα στις μεγάλες αντιφάσεις της νεωτερικότητας, της δημοκρατίας, του κράτους, της εργασίας, της ανάπτυξης, της εξάρτησης και των κοινωνικών ανισοτήτων.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ανήκε σε εκείνη τη γενιά πανεπιστημιακών για τους οποίους η κοινωνική επιστήμη δεν μπορούσε να περιορίζεται στην ασφαλή απόσταση του παρατηρητή. Η κοινωνιολογία ήταν γι’ αυτόν ταυτόχρονα επιστημονική γνώση και διαρκής άσκηση κριτικής σκέψης. Ένας τρόπος να αμφισβητούμε όσα εμφανίζονται ως αυτονόητα, φυσικά ή αναπόφευκτα. Ίσως γι’ αυτό μια από τις πιο χαρακτηριστικές του διατυπώσεις παραμένει τόσο ισχυρή: «Δεν υπάρχουν κανονικές χώρες! Η κανονικότητα είναι ένας μύθος.»

Μέσα σε αυτή τη φράση βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της κοινωνιολογικής του ματιάς. Η «κανονικότητα» δεν είναι μια ουδέτερη κατάσταση απέναντι στην οποία μετριούνται κοινωνίες και λαοί. Είναι και η ίδια μια κοινωνική και ιστορική κατασκευή. Αυτό που παρουσιάζεται ως φυσικό, αυτονόητο ή «κανονικό» είναι συχνά αποτέλεσμα συγκεκριμένων συσχετισμών δύναμης, ιστορικών διαδρομών και κυρίαρχων αντιλήψεων. Αυτός ακριβώς ήταν ο Τσουκαλάς: ένας διανοούμενος που μας καλούσε να κοιτάξουμε πίσω από το προφανές.

Στον πυρήνα της σκέψης του βρισκόταν πάντοτε η δημοκρατία. Όχι όμως η δημοκρατία μόνο ως θεσμική αρχιτεκτονική, ως περιοδική προσφυγή στις κάλπες ή ως σύνολο ατομικών ελευθεριών. Η δική του συμπύκνωση ήταν πολύ πιο απαιτητική: «Δημοκρατία είναι η συλλογική αυτονομία.» Δημοκρατία σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι οι πολίτες μπορούν να αποφασίζουν από κοινού για τη ζωή τους. Να θέτουν τις προτεραιότητές τους, να διαμορφώνουν την κοινωνική ατζέντα, να ιεραρχούν το σημαντικό και το λιγότερο σημαντικό.

Γι’ αυτό και ο Τσουκαλάς προειδοποιούσε για μια δημοκρατία που μπορεί να διατηρεί τους τύπους της, ενώ σταδιακά αδειάζει από το ουσιαστικό της περιεχόμενο. Χρησιμοποιούσε χαρακτηριστικά την εικόνα της «δημοκρατίας του γαλατά»: όταν χτυπά το πρωί το κουδούνι, γνωρίζεις ότι είναι ο γαλατάς και όχι ο αστυνόμος. Αυτό αποτελεί ασφαλώς μια θεμελιώδη κατάκτηση της ελευθερίας. Αλλά δεν αρκεί. Γιατί το μεγάλο ερώτημα της δημοκρατίας δεν είναι μόνο αν ο πολίτης προστατεύεται από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Είναι αν μπορεί πραγματικά να συμμετέχει στη διαμόρφωσή της.

Γι’ αυτό μπορούσε να γράφει με οξύτητα για πολίτες που: «Οφείλουν να σκέπτονται αρκεί να μην αποφασίζουν.» Μια φράση που, χρόνια αργότερα, μοιάζει σχεδόν προφητική μπροστά στη μετατόπιση κρίσιμων αποφάσεων από την πολιτική προς αγορές, τεχνοκρατικούς μηχανισμούς και κέντρα ισχύος ολοένα πιο απομακρυσμένα από τον δημοκρατικό έλεγχο.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

«Ποιότητα και Διεθνείς Κατατάξεις Πανεπιστημίων: Συγκλίσεις, Αποκλίσεις και Θεσμικές Προκλήσεις»

 


Τα τελευταία περίπου τριάντα χρόνια, οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων (Global University Rankings) έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαμόρφωσης της εικόνας και της φήμης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων παγκοσμίως. Η πρώτη δημοσίευση της Academic Ranking of World Universities το 2003 (γνωστή ως Κατάταξη ή Λίστα της Σανγκάη), προέκυψε όταν μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου Shanghai Jiaotong (Κίνα) δημιούργησε την εν λόγω  κατάταξη  για να αποτυπώσει  "συγκριτική αξιολόγηση" των κινεζικών πανεπιστημίων με τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου Πλέον σήμερα έχουν διαμορφωθεί και υλοποιούνται πάνω από 10 παγκόσμιες κατατάξεις Πανεπιστημίων, στις οποίεςτα πανεπιστήμια τοποθετούνται σε πίνακες που υποτίθεται ότι αποτυπώνουν την «αριστεία» και την «ποιότητά» τους.

Η δημιουργία της κατάταξης της Σανγκάη δεν ήταν όμως η αιτία για το φαινόμενο των παγκόσμιων rankings Πανεπιστημίων αλλά ένα από τα αποτελέσματα της επίδρασης της παγκοσμιοποίησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία έφερε νέα δεδομένα στις δυνατότητες σπουδών και αύξησε κατά πολύ την κινητικότητα φοιτητών και προσωπικού μεταξύ διαφορετικών χωρών. Άτομα που ενδιαφέρονταν να σπουδάσουν σε Πανεπιστήμια εκτός της χώρας τους αναζητούσαν εξειδικευμένους πληροφορίες για την ποιότητα σπουδών και υποδομών, για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων του κάθε Πανεπιστημίου για το ύψος των διδάκτρων κλπ. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθούσαν τον κάθε δυνητικό φοιτητή να συγκρίνει τις επιλογές Πανεπιστημίων που είχε και να επιλέξει τη βέλτιστη με βάση τις δυνατότητες του. Επειδή πολλές από αυτές τις εξειδικευμένες πληροφορίες σύγκρισης, δεν μπορούσε να τις βρει στις τότε πρωτόγονες ιστοσελίδες και οδηγούς σπουδών, διάφοροι οργανισμοί που δραστηριοποιούνταν στο εκπαιδευτικό marketing κάλυψαν αυτό το κενό, δημιουργώντας παγκόσμιες πολυκριτηριακές κατατάξεις, οι οποίες αξιολογούσαν τα Πανεπιστήμια μιας χώρας και διευκόλυναν τους μελλοντικούς φοιτητές να επιλέξουν, επικαλούμενοι τα αποτελέσματα τους

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Μια υψηλή θέση σε διεθνή κατάταξη συνεπάγεται και υψηλότερη συνολική ποιότητα για ένα Πανεπιστήμιο; Η απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε μονοδιάστατη. Η σχέση ποιότητας και κατατάξεων είναι υπαρκτή και ισχυρή σε ορισμένες διαστάσεις, αλλά αδύναμη  και ανύπαρκτη σε άλλες.


Η λογική των διεθνών κατατάξεων: Η μέτρηση της αριστείας

Η πρώτη συστηματική παγκόσμια κατάταξη, η ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), σχεδιάστηκε με σαφή στόχο τη μέτρηση της ερευνητικής ισχύος των πανεπιστημίων. Τα βασικά της κριτήρια, βραβεία Nobel και Fields, ερευνητές υψηλής απήχησης, δημοσιεύσεις σε κορυφαία περιοδικά όπως Nature και Science, βιβλιομετρικοί δείκτες, αποτυπώνουν κυρίως ερευνητικές εκροές και διεθνή επιστημονική επιρροή.

Αντίστοιχα, η QS και η Times Higher Education χρησιμοποιούν σύνθετα μοντέλα δεικτών που περιλαμβάνουν βιβλιομετρικά δεδομένα (Scopus, Web of Science), δείκτες διεθνοποίησης, φήμης και, σε μικρότερο βαθμό, διδασκαλίας. Η κατάταξη Webometrics (Ranking Web of Universities), που υλοποιείται από τη Cybermetrics Lab του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών (CSIC), διαφοροποιείται μεθοδολογικά από τις «κλασικές» κατατάξεις όπως η ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), η QS και η Times Higher Education, καθώς χρησιμοποιεί τον παγκόσμιο ιστό ως πεδίο αποτύπωσης της ακαδημαϊκής δραστηριότητας και επιχειρεί να μετρήσει τη διεθνή ψηφιακή και ερευνητική επίδραση των ιδρυμάτων. Η μεθοδολογία της βασίζεται σε τρεις βασικούς δείκτες: την ορατότητα (εξωτερικοί σύνδεσμοι προς τον ιστότοπο του ιδρύματος), τη διαφάνεια/ανοικτότητα (ετεροαναφορές ερευνητών μέσω Google Scholar) και την ερευνητική αριστεία (ποσοστό δημοσιεύσεων στο ανώτερο 10% παγκοσμίως). Παρότι οι μεθοδολογίες διαφοροποιούνται, το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η έντονη έμφαση στην έρευνα και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα υποεκτιμώντας τη συνολική εκπαιδευτική και θεσμική ποιότητας ενός πανεπιστημίου

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Η δημοκρατία, η ελπίδα και το ανοιχτό της Ιστορίας

  Η απώλεια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δεν σηματοδοτεί απλώς την αποχώρηση ενός κορυφαίου Έλληνα κοινωνιολόγου και πανεπιστημιακού. Σηματοδοτ...