Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

«Ποιότητα και Διεθνείς Κατατάξεις Πανεπιστημίων: Συγκλίσεις, Αποκλίσεις και Θεσμικές Προκλήσεις»

 


Τα τελευταία περίπου τριάντα χρόνια, οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων (Global University Rankings) έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς διαμόρφωσης της εικόνας και της φήμης των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων παγκοσμίως. Η πρώτη δημοσίευση της Academic Ranking of World Universities το 2003 (γνωστή ως Κατάταξη ή Λίστα της Σανγκάη), προέκυψε όταν μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου Shanghai Jiaotong (Κίνα) δημιούργησε την εν λόγω  κατάταξη  για να αποτυπώσει  "συγκριτική αξιολόγηση" των κινεζικών πανεπιστημίων με τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου Πλέον σήμερα έχουν διαμορφωθεί και υλοποιούνται πάνω από 10 παγκόσμιες κατατάξεις Πανεπιστημίων, στις οποίεςτα πανεπιστήμια τοποθετούνται σε πίνακες που υποτίθεται ότι αποτυπώνουν την «αριστεία» και την «ποιότητά» τους.

Η δημιουργία της κατάταξης της Σανγκάη δεν ήταν όμως η αιτία για το φαινόμενο των παγκόσμιων rankings Πανεπιστημίων αλλά ένα από τα αποτελέσματα της επίδρασης της παγκοσμιοποίησης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία έφερε νέα δεδομένα στις δυνατότητες σπουδών και αύξησε κατά πολύ την κινητικότητα φοιτητών και προσωπικού μεταξύ διαφορετικών χωρών. Άτομα που ενδιαφέρονταν να σπουδάσουν σε Πανεπιστήμια εκτός της χώρας τους αναζητούσαν εξειδικευμένους πληροφορίες για την ποιότητα σπουδών και υποδομών, για την απασχολησιμότητα των αποφοίτων του κάθε Πανεπιστημίου για το ύψος των διδάκτρων κλπ. Οι πληροφορίες αυτές θα βοηθούσαν τον κάθε δυνητικό φοιτητή να συγκρίνει τις επιλογές Πανεπιστημίων που είχε και να επιλέξει τη βέλτιστη με βάση τις δυνατότητες του. Επειδή πολλές από αυτές τις εξειδικευμένες πληροφορίες σύγκρισης, δεν μπορούσε να τις βρει στις τότε πρωτόγονες ιστοσελίδες και οδηγούς σπουδών, διάφοροι οργανισμοί που δραστηριοποιούνταν στο εκπαιδευτικό marketing κάλυψαν αυτό το κενό, δημιουργώντας παγκόσμιες πολυκριτηριακές κατατάξεις, οι οποίες αξιολογούσαν τα Πανεπιστήμια μιας χώρας και διευκόλυναν τους μελλοντικούς φοιτητές να επιλέξουν, επικαλούμενοι τα αποτελέσματα τους

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Μια υψηλή θέση σε διεθνή κατάταξη συνεπάγεται και υψηλότερη συνολική ποιότητα για ένα Πανεπιστήμιο; Η απάντηση δεν είναι ούτε απλή ούτε μονοδιάστατη. Η σχέση ποιότητας και κατατάξεων είναι υπαρκτή και ισχυρή σε ορισμένες διαστάσεις, αλλά αδύναμη  και ανύπαρκτη σε άλλες.


Η λογική των διεθνών κατατάξεων: Η μέτρηση της αριστείας

Η πρώτη συστηματική παγκόσμια κατάταξη, η ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), σχεδιάστηκε με σαφή στόχο τη μέτρηση της ερευνητικής ισχύος των πανεπιστημίων. Τα βασικά της κριτήρια, βραβεία Nobel και Fields, ερευνητές υψηλής απήχησης, δημοσιεύσεις σε κορυφαία περιοδικά όπως Nature και Science, βιβλιομετρικοί δείκτες, αποτυπώνουν κυρίως ερευνητικές εκροές και διεθνή επιστημονική επιρροή.

Αντίστοιχα, η QS και η Times Higher Education χρησιμοποιούν σύνθετα μοντέλα δεικτών που περιλαμβάνουν βιβλιομετρικά δεδομένα (Scopus, Web of Science), δείκτες διεθνοποίησης, φήμης και, σε μικρότερο βαθμό, διδασκαλίας. Η κατάταξη Webometrics (Ranking Web of Universities), που υλοποιείται από τη Cybermetrics Lab του Ισπανικού Εθνικού Κέντρου Ερευνών (CSIC), διαφοροποιείται μεθοδολογικά από τις «κλασικές» κατατάξεις όπως η ShanghaiRanking Consultancy (ARWU), η QS και η Times Higher Education, καθώς χρησιμοποιεί τον παγκόσμιο ιστό ως πεδίο αποτύπωσης της ακαδημαϊκής δραστηριότητας και επιχειρεί να μετρήσει τη διεθνή ψηφιακή και ερευνητική επίδραση των ιδρυμάτων. Η μεθοδολογία της βασίζεται σε τρεις βασικούς δείκτες: την ορατότητα (εξωτερικοί σύνδεσμοι προς τον ιστότοπο του ιδρύματος), τη διαφάνεια/ανοικτότητα (ετεροαναφορές ερευνητών μέσω Google Scholar) και την ερευνητική αριστεία (ποσοστό δημοσιεύσεων στο ανώτερο 10% παγκοσμίως). Παρότι οι μεθοδολογίες διαφοροποιούνται, το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι η έντονη έμφαση στην έρευνα και τη διεθνή αναγνωρισιμότητα υποεκτιμώντας τη συνολική εκπαιδευτική και θεσμική ποιότητας ενός πανεπιστημίου

Αυτό σημαίνει ότι οι κατατάξεις δεν επιχειρούν να αξιολογήσουν το σύνολο της αποστολής ενός πανεπιστημίου. Αντιθέτως, εστιάζουν κυρίως στην κορυφή της ακαδημαϊκής πυραμίδας: στο «ανώτερο στρώμα» των ιδρυμάτων παγκόσμιας κλάσης. Από τα περίπου 20.000 ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης διεθνώς, δεν είναι τυχαίο ότι μόνο ένας μικρός αριθμός (500–2000) εμφανίζεται στους τελικούς πίνακες. Η λογική αυτή προσομοιάζει περισσότερο σε πρωτάθλημα αριστείας παρά σε ολιστική αποτίμηση συστήματος.


Αντίθετα, τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας (quality assurance – QA) που εφαρμόζοντα στον Ευρωπαϊκό Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΧΑΕ) και κατά συνέπεια στο Ελληνικό Τριτοβάθμιο Σύστημα έχουν διαφορετική φιλοσοφία και στόχευση. Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η ποιότητα ορίζεται ως συμμόρφωση με προκαθορισμένα πρότυπα, διαφάνεια διαδικασιών, επάρκεια πόρων, και κυρίως ως συνεχής βελτίωση της διδασκαλίας και της μάθησης. Αν και οι μεθοδολογίες της Διασφάλισης Ποιότητας περιλαμβάνουν εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση, πιστοποίηση και ελέγχους με διαφοροποιημένα κριτήρια, η πρωταρχική λειτουργία της διασφάλισης ποιότητας είναι να εξασφαλίζει ή να επιβεβαιώνει τη συμμόρφωση με ελάχιστα κοινά πρότυπα ποιότητας, για  ένα πρόγραμμα σπουδών ή για ένα ίδρυμα συνολικά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την πιστοποίηση, η οποία, σε παλαιότερες εποχές, ήταν λίγο πολύ ένα "μέτρο αστυνόμευσης, όμως πλέον θεωρείται αδιαμφισβήτητη απόδειξη υψηλής ποιότητας. Σήμερα, η πλειονότητα των συστημάτων διασφάλισης ποιότητας συνδυάζει τον έλεγχο συμμόρφωσης με τη βελτίωση, προσφέροντας συμβουλές και ανατροφοδότηση στα ιδρύματα για τη βελτίωση της ποιότητας τους.

Κατά συνέπεια η διασφάλιση ποιότητας δεν κατατάσσει ιδρύματα σε ιεραρχική κλίμακα τύπου Ranking. Ελέγχει εάν πληρούνται ελάχιστα πρότυπα και εάν τα εσωτερικά συστήματα λειτουργούν αποτελεσματικά. Στόχος της δεν είναι η ανάδειξη «πρωταθλητών», αλλά η προστασία του φοιτητή, της οικογένειας και γενικότερα του Φορολογούμενου Πολίτη από κακής ποιότητας Προγράμματα Σπουδών, ενισχύοντας παράλληλα την αξιοπιστία του συστήματος. Αυτό εξηγεί γιατί ένα Πρόγραμμα Σπουδών ενός Πανεπιστημίου που βρίσκεται σε μία κατάταξη στις θέσεις 1500-2000 μπορεί να έχει λάβει άριστα στην πιστοποίηση ποιότητας ενώ ένα αντίστοιχο Πρόγραμμα ενός Πανεπιστημίου στο top 300 να έχει λάβει μέτριο βαθμό σε επίπεδο Ποιότητας.

Εδώ εντοπίζεται ακριβώς η πρώτη ουσιαστική διαφοροποίηση: οι κατατάξεις μετρούν συγκριτική υπεροχή ενώ η διασφάλιση ποιότητας ελέγχει επάρκεια και οδηγεί σε συμμόρφωση με πρότυπα υψηλής ποιότητας.

Έρευνα και διδασκαλία: Η μεγάλη απόκλιση Συστημάτων Ποιότητας και Rankings

Η μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ διασφάλισης ποιότητας και κατατάξεων Rankings, αφορά τη σχέση έρευνας και διδασκαλίας. Στις περισσότερες παγκόσμιες κατατάξεις, η διδασκαλία ως κριτήριο συμμετέχει στη συνολική βαθμολογία με μικρό ποσοστό, συχνά κάτω του 10% (με εξαίρεση την Times Higher Education που φθάνει περίπου το 30%). Αντιθέτως, οι βιβλιομετρικοί δείκτες και η ερευνητική επίδραση κατέχουν δεσπόζουσα θέση.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η έρευνα δεν συνδέεται με την ποιότητα· αντιθέτως, αποτελεί βασικό πυλώνα της πανεπιστημιακής αποστολής. Ωστόσο, η ποιότητα της προπτυχιακής εμπειρίας, ο βαθμός ικανοποίησης από τις σπουδές, η παιδαγωγική επάρκεια, των διδασκόντων, η ανατροφοδότηση των φοιτητών, ο σωστός και αποτελεσματικός σχεδιασμός των προγραμμάτων σπουδών,  η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η απασχολησιμότητα των αποφοίτων δεν αποτυπώνονται επαρκώς σε παγκόσμιους συγκρίσιμους δείκτες των Rankings. Δεν υπάρχουν διεθνώς ενοποιημένα δεδομένα για την ποιότητα μάθησης αντίστοιχα με τα δεδομένα για τις ετεροαναφορές (citations) και γενικότερα την επιδραστικότητα της έρευνας.

Συνεπώς, ένα πανεπιστήμιο μπορεί να διαθέτει υψηλή ερευνητική επιρροή και να κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις, χωρίς αυτό να εγγυάται αναλογικά ανώτερη ποιότητα διδασκαλίας και μάθησης.

Η επιρροή των κατατάξεων στην πολιτική και τη χρηματοδότηση

Παρά τους περιορισμούς τους, οι κατατάξεις επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις πολιτικές ανώτατης εκπαίδευσης. Σε αρκετές χώρες, η θέση ενός ιδρύματος σε διεθνή rankings συνδέεται με την κατανομή χρηματοδότησης, τη διεθνή προβολή, αλλά και τη στρατηγική ανάπτυξης.

Στην ελληνική περίπτωση, η αναφορά στη θέση των ιδρυμάτων σε διεθνείς κατατάξεις έχει ήδη ενσωματωθεί σε κριτήρια αξιολόγησης για την κατανομή μέρους της χρηματοδότησης τους από το Κράτος. Η σύνδεση αυτή μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την απλή συμμόρφωση με πρότυπα προς τη διεθνή ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, η πολιτική αυτή επιλογή ενδέχεται να ενισχύσει την ομογενοποίηση του συστήματος, πιέζοντας όλα τα ιδρύματα να ακολουθήσουν ένα ερευνητικά προσανατολισμένο μοντέλο, εις βάρος της ποικιλομορφίας.

Κίνδυνοι και παρανοήσεις

Η σημαντικότερη παρανόηση αφορά την εξίσωση της θέσης σε ranking με τη συνολική ποιότητα. Συχνά η προβολή «Το Πανεπιστήμιο Χ στα 500 καλύτερα του κόσμου» δημιουργεί την εντύπωση μιας ολιστικής υπεροχής. Στην πραγματικότητα, η κατάταξη αυτή αντανακλά συγκεκριμένες επιδόσεις, κυρίως ερευνητικές. Ένας δεύτερος κίνδυνος είναι η στρατηγική προσαρμογή (strategic gaming). Ιδρύματα ενδέχεται να αναπροσανατολίζουν πολιτικές και πόρους αποκλειστικά προς δείκτες που μετρούνται στις κατατάξεις, αγνοώντας πτυχές της αποστολής τους που δεν αποτυπώνονται σε τέτοιους πίνακες. Επιπροσθέτως, υπάρχει ο κίνδυνος περιορισμού της «βιοποικιλότητας» της ανώτατης εκπαίδευσης. Πανεπιστήμια με ιδιαίτερη τοπική αποστολή, εφαρμοσμένο προσανατολισμό, επικέντρωση σε έρευνα στην μητρική και όχι στην Αγγλική Γλώσσα, ενασχόληση με τις ανθρωπιστικές σπουδές ή έμφαση στη διδασκαλία ενδέχεται να υποτιμηθούν επειδή δεν ανταποκρίνονται στο πρότυπο του ερευνητικά εντατικού ιδρύματος. Μία ακόμη συνέπεια των κατατάξεων φαίνεται να αποκτά όλο και περισσότερη σημαντικότητα: Πληθαίνουν οι περιπτώσεις όπου τα ΑΕΙ επιλέγουν συνειδητά για εθνικές ή διεθνείς συνεργασίες και συμμαχίες μόνο ΑΕΙ που περιλαμβάνονται στις κατατάξεις, και ειδικότερα στα 100 ή 200 πρώτα Πανεπιστήμια αυτών. Η καιροσκοπική συμπεριφορά του "παντρέματος" με Πανεπιστήμια από τα ψηλά ράφια των Κατατάξεων  δεν είναι καινούργια στον κόσμο, όμως διαφαίνεται ότι έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της μεγέθυνσης του ρόλου των Rankings στο διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Η σχέση ποιότητας και διεθνών κατατάξεων είναι σχέση μερικής σύγκλισης και όχι ταύτισης. Μια υψηλή θέση σε ranking αποτελεί ισχυρή ένδειξη ερευνητικής ποιότητας και διεθνούς επιστημονικής επιρροής και σίγουρα αναγνώρισης και κύρους. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της τεκμήριο συνολικής εκπαιδευτικής ποιότητας. Η διασφάλιση ποιότητας και οι κατατάξεις υπηρετούν διαφορετικές λειτουργίες: η πρώτη εγγυάται ελάχιστα πρότυπα και καλλιεργεί κουλτούρα βελτίωσης, οι δεύτερες αποτυπώνουν συγκριτική υπεροχή ενός Πανεπιστημίου απέναντι σε άλλα σε συγκεκριμένους δείκτες. Η πρόκληση για τα σύγχρονα πανεπιστήμια και τα συστήματα πολιτικής είναι να αξιοποιούν τις κατατάξεις ως εργαλείο στρατηγικής πληροφόρησης, χωρίς να τις μετατρέπουν σε αποκλειστικό ορισμό της ποιότητας. Η ακαδημαϊκή ποιότητα είναι πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη  και καμία μονοδιάστατη κατάταξη δεν μπορεί να την εξαντλήσει.

Με βάση την εμπειρία και τα συμπεράσματα που έχουμε αποκομίσει με την ειδική ομάδα του ΕΚΠΑ, η οποία τα τελευταία δέκα έτη μελετά τα Rankings, η χρήση των αποτελεσμάτων των παγκόσμιων κατατάξεων δεν πρέπει να οδηγεί  ούτε σε θριαμβολογία, ούτε σε μεμψιμοιρία. Οι διεθνείς κατατάξεις είναι μια ευκαιρία να προβάλλουμε το πολυδιάστατο ακαδημαϊκό και ερευνητικό έργου που συντελείται στα Πανεπιστήμια μας. Αποτελούν σημαντική επιβεβαίωση του γεγονότος ότι μια μικρή χώρα, μπορεί παρά τις εσωτερικές και εξωτερικές δυσκολίες να παράγει υψηλής ποιότητας δημόσια παιδεία και έρευνα στο χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι ένα Ελληνικό Πανεπιστήμιο βρίσκεται στα top 300  μιας παγκόσμιας κατάταξης σημαίνει πρακτικά και με απλή αναγωγή ότι βρίσκεται στο 1% των καλύτερων Πανεπιστημίων Παγκοσμίως.

Επίσης μπορώ να διαβεβαιώσω τους αναγνώστες ότι αν οι Γεώργιος Σεφέρης και Οδυσσέας Ελύτης, αμφότεροι νομπελίστες ποιητές και εγγεγραμμένοι φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά όχι απόφοιτοι του,  είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο ίδρυμα μας, τότε το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών θα ήταν σίγουρα στο top 100 της λίστας της Σανγκάης (ARWU), από τo top 400 που βρίσκεται τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Διότι δύο από τους έξι δείκτες της εν λόγω κατάταξης ο δείκτης ALUMNI  (αριθμός αποφοίτων που έχουν λάβει βραβεία (Nobel, Field κ.α) και ο δείκτης AWARD (αριθμός μελών ΔΕΠ που έχουν λάβει βραβεία (Nobel, Field κ.α) καλύπτουν το 30% της συνολικής βαθμολογίας της κατάταξης. Όπως καταλαβαίνει ο αναγνώστης τα ελληνικά Πανεπιστήμια στα συγκεκριμένα κριτήρια κάθε χρόνο παίρνουν μηδέν και αυτό ΔΕΝ έχει να κάνει με την Ποιότητα Σπουδών που προσφέρουν στους Φοιτητές και το περιβάλλον ακαδημαϊκής εργασίας για το Διδακτικό, Ερευνητικό και Διοικητικό Προσωπικό τους.

Η Ποιότητα των Προγραμμάτων Σπουδών και γενικότερα του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος δεν αποτυπώνεται σε ένα πίνακα Ranking. Επιβεβαιώνεται και επιβραβεύεται από τα αποτελέσματα των συνεχών ελέγχων των εξωτερικών αξιολογήσεων και Πιστοποιήσεων στις οποίες υποβάλλονται εδώ και μια δεκαπενταετία τα Πανεπιστήμια μας. Και ίσως η Ελληνική Τριτοβάθμια Εκπαίδευση να αποτελεί το καλύτερο το παράδειγμα απέναντι σε όλο τον Ελληνικό Δημόσιο Τομέα σε σχέση με την εφαρμογή και υλοποίηση διαδικασιών αξιολόγησης και διασφάλισης ποιότητας.

Η Ποιότητα για εμάς αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα, δεν μας «κατατάσσει»,  όμως μας χαρακτηρίζει και μας καταξιώνει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

«Ποιότητα και Διεθνείς Κατατάξεις Πανεπιστημίων: Συγκλίσεις, Αποκλίσεις και Θεσμικές Προκλήσεις»

  Τα τελευταία περίπου τριάντα χρόνια, οι διεθνείς κατατάξεις πανεπιστημίων ( G lobal U niversity R ankings) έχουν εξελιχθεί σε έναν από του...