Η απώλεια του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δεν
σηματοδοτεί απλώς την αποχώρηση ενός κορυφαίου Έλληνα κοινωνιολόγου και
πανεπιστημιακού. Σηματοδοτεί την απουσία μιας από τις πιο αναγνωρίσιμες και
ανήσυχες φωνές της ελληνικής δημόσιας διανόησης· ενός ανθρώπου που για
δεκαετίες επιχείρησε να κατανοήσει την ελληνική κοινωνία όχι απομονωμένη, αλλά
μέσα στις μεγάλες αντιφάσεις της νεωτερικότητας, της δημοκρατίας, του κράτους,
της εργασίας, της ανάπτυξης, της εξάρτησης και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ανήκε σε εκείνη τη γενιά
πανεπιστημιακών για τους οποίους η κοινωνική επιστήμη δεν μπορούσε να
περιορίζεται στην ασφαλή απόσταση του παρατηρητή. Η κοινωνιολογία ήταν γι’
αυτόν ταυτόχρονα επιστημονική γνώση και διαρκής άσκηση κριτικής σκέψης. Ένας
τρόπος να αμφισβητούμε όσα εμφανίζονται ως αυτονόητα, φυσικά ή αναπόφευκτα. Ίσως
γι’ αυτό μια από τις πιο χαρακτηριστικές του διατυπώσεις παραμένει τόσο ισχυρή:
«Δεν υπάρχουν κανονικές χώρες! Η κανονικότητα είναι ένας μύθος.»
Μέσα σε αυτή τη φράση βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος
της κοινωνιολογικής του ματιάς. Η «κανονικότητα» δεν είναι μια ουδέτερη
κατάσταση απέναντι στην οποία μετριούνται κοινωνίες και λαοί. Είναι και η ίδια
μια κοινωνική και ιστορική κατασκευή. Αυτό που παρουσιάζεται ως φυσικό,
αυτονόητο ή «κανονικό» είναι συχνά αποτέλεσμα συγκεκριμένων συσχετισμών
δύναμης, ιστορικών διαδρομών και κυρίαρχων αντιλήψεων. Αυτός ακριβώς ήταν ο
Τσουκαλάς: ένας διανοούμενος που μας καλούσε να κοιτάξουμε πίσω από το
προφανές.
Στον πυρήνα της σκέψης του βρισκόταν πάντοτε η
δημοκρατία. Όχι όμως η δημοκρατία μόνο ως θεσμική αρχιτεκτονική, ως περιοδική
προσφυγή στις κάλπες ή ως σύνολο ατομικών ελευθεριών. Η δική του συμπύκνωση
ήταν πολύ πιο απαιτητική: «Δημοκρατία είναι η συλλογική αυτονομία.» Δημοκρατία
σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι οι πολίτες μπορούν να αποφασίζουν από κοινού
για τη ζωή τους. Να θέτουν τις προτεραιότητές τους, να διαμορφώνουν την
κοινωνική ατζέντα, να ιεραρχούν το σημαντικό και το λιγότερο σημαντικό.
Γι’ αυτό και ο Τσουκαλάς προειδοποιούσε για μια
δημοκρατία που μπορεί να διατηρεί τους τύπους της, ενώ σταδιακά αδειάζει από το
ουσιαστικό της περιεχόμενο. Χρησιμοποιούσε χαρακτηριστικά την εικόνα της «δημοκρατίας
του γαλατά»: όταν χτυπά το πρωί το κουδούνι, γνωρίζεις ότι είναι ο γαλατάς
και όχι ο αστυνόμος. Αυτό αποτελεί ασφαλώς μια θεμελιώδη κατάκτηση της
ελευθερίας. Αλλά δεν αρκεί. Γιατί το μεγάλο ερώτημα της δημοκρατίας δεν είναι
μόνο αν ο πολίτης προστατεύεται από την αυθαιρεσία της εξουσίας. Είναι αν
μπορεί πραγματικά να συμμετέχει στη διαμόρφωσή της.
Γι’ αυτό μπορούσε να γράφει με οξύτητα για πολίτες που: «Οφείλουν να σκέπτονται αρκεί να μην αποφασίζουν.» Μια φράση που, χρόνια αργότερα, μοιάζει σχεδόν προφητική μπροστά στη μετατόπιση κρίσιμων αποφάσεων από την πολιτική προς αγορές, τεχνοκρατικούς μηχανισμούς και κέντρα ισχύος ολοένα πιο απομακρυσμένα από τον δημοκρατικό έλεγχο.
Στα τελευταία χρόνια της πνευματικής του διαδρομής
ο Τσουκαλάς επέστρεψε με ιδιαίτερη ένταση σε ένα παλιό ερώτημα: τι απέγινε το
μεγάλο τρίπτυχο «Ελευθερία – Ισότητα – Αδελφοσύνη»; Η παρατήρησή του
ήταν εξαιρετικά επίκαιρη. Οι τρεις αξίες δεν εξελίχθηκαν ισόρροπα. Η ελευθερία
απέκτησε σταδιακά προτεραιότητα. Και ακόμη περισσότερο, η έννοιά της
μετασχηματίστηκε. Από συλλογικό αίτημα απελευθέρωσης κινδύνευσε να μετατραπεί
σε απεριόριστο ατομικό δικαίωμα επιδίωξης συμφέροντος, πλούτου, ισχύος και
κοινωνικής διάκρισης. Όταν όμως η ελευθερία αποσυνδέεται από την ισότητα και
την αδελφοσύνη, το κοινωνικό συμβόλαιο αλλάζει. Η κοινωνία κινδυνεύει να
μετατραπεί σε άθροισμα ανταγωνιστικών ατόμων. Και τότε η φαινομενικά αθώα αρχή
ότι «όλοι έχουν ίσες ευκαιρίες» μπορεί να λειτουργήσει ως νομιμοποίηση
τεράστιων πραγματικών ανισοτήτων.
Ο
Τσουκαλάς το συμπύκνωνε προκλητικά: «Ο καθένας μόνος του και ο καλύτερος θα
επιτύχει.» Αλλά η κοινωνιολογία γνωρίζει ότι κανείς δεν ξεκινά πραγματικά
μόνος του. Οι άνθρωποι γεννιούνται μέσα σε διαφορετικές οικογένειες, κοινωνικές
τάξεις, μορφωτικά περιβάλλοντα, δίκτυα, πολιτισμικά κεφάλαια και άνισες
δυνατότητες πρόσβασης στη γνώση και την εξουσία.
Η
αφετηρία δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Το ίδιο κριτικά αντιμετώπιζε και μία από τις πιο
ισχυρές λέξεις της εποχής μας: την ανάπτυξη. Μια λέξη που
χρησιμοποιείται συνήθως σαν να περιγράφει ένα αυτονόητο κοινωνικό αγαθό. Για
τον Τσουκαλά, όμως, η ανάπτυξη δεν μπορούσε να είναι απλώς ένας αριθμός.
Ανάπτυξη
για ποιον; Με ποιο κοινωνικό κόστος; Με ποια κατανομή των αποτελεσμάτων της; Και,
κυρίως, ποιος αποφασίζει τι είδους ανάπτυξη επιθυμούμε; Η κοινωνική επιστήμη,
στη δική του παράδοση, δεν αρκείται στη μέτρηση της μεταβολής. Θέτει το
δυσκολότερο ερώτημα: προς ποια κοινωνία θέλουμε να μεταβούμε;
Ίσως όμως η βαθύτερη παρακαταθήκη του Κωνσταντίνου
Τσουκαλά να βρίσκεται στη σχέση του με την Ιστορία. Παρά την κριτική του στάση,
δεν υπήρξε διανοούμενος της παραίτησης. Δεν αντιμετώπισε ποτέ την κοινωνική
πραγματικότητα ως τελειωμένη. Δεν πίστεψε στα «τέλη της Ιστορίας».
Αντίθετα,
επέμενε ότι η Ιστορία είναι απρόβλεπτη, αντιφατική και –όπως χαρακτηριστικά
έλεγε– ειρωνική. Και ίσως γι’ αυτό μία από τις ομορφότερες φράσεις που
μας αφήνει είναι: «Η ιδέα της ελπίδας συνοψίζει το ανοιχτό.»
Η ελπίδα εδώ δεν είναι αφελής αισιοδοξία. Δεν
είναι η βεβαιότητα ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι
η πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν διαφορετικά. Ότι οι
κοινωνίες δεν είναι καταδικασμένες να αναπαράγουν αιώνια τις ίδιες δομές και
τις ίδιες ανισότητες. Ότι η Ιστορία δεν έχει γραφτεί εκ των προτέρων. Ότι η
ανθρώπινη δράση εξακολουθεί να έχει νόημα. Και εδώ συναντώνται τελικά η
κοινωνιολογία, η δημοκρατία και η ελπίδα.
«Άρχισα
να νιώθω ελεύθερος όχι μόνο να βιώνω αλλά και να απολαμβάνω τα διλήμματα και
τις αντιφάσεις μου.» Ίσως αυτή η φράση του να είναι τελικά και το
μεγαλύτερο μάθημα που μπορεί να αφήσει ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος. Όχι να
προσφέρει στους νεότερους έτοιμες απαντήσεις. Αλλά να τους μάθει να μη
φοβούνται τις δύσκολες ερωτήσεις. Να αμφισβητούν τις «κανονικότητες».
Να
αναζητούν πίσω από τις κοινωνικές ανισότητες τους μηχανισμούς που τις παράγουν.
Να αντιμετωπίζουν τη δημοκρατία όχι ως δεδομένη κληρονομιά αλλά ως εύθραυστη,
καθημερινή συλλογική κατάκτηση.
Να
καταλαβαίνουν ότι ελευθερία χωρίς ισότητα μπορεί να καταλήξει προνόμιο και ότι
κοινωνία χωρίς αλληλεγγύη μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε απλή συνύπαρξη
ανταγωνιστικών ατόμων.
Και,
πάνω απ’ όλα, να θυμούνται ότι η Ιστορία παραμένει ανοιχτή.
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αφήνει πίσω του βιβλία,
πανεπιστημιακή διδασκαλία, δημόσιες παρεμβάσεις και ένα σημαντικό αποτύπωμα
στις κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα.
Αφήνει όμως και κάτι δυσκολότερο να αποτιμηθεί. Έναν
τρόπο να κοιτάζουμε την κοινωνία. Με κριτική σκέψη απέναντι στις
βεβαιότητες, με δυσπιστία απέναντι σε κάθε «φυσική» ανισότητα, με αγωνία για τη
δημοκρατία και με την πεποίθηση ότι, όσο η Ιστορία παραμένει ανοιχτή, υπάρχει
πάντοτε χώρος για την ανθρώπινη βούληση, τη συλλογική δράση και την ελπίδα.
Ίσως
λοιπόν ο καλύτερος αποχαιρετισμός στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να βρίσκεται στα
δικά του λόγια: «Η ιδέα της ελπίδας συνοψίζει το ανοιχτό.»
Και
για έναν κοινωνιολόγο που αφιέρωσε τη ζωή του στην κατανόηση των αντιφάσεων της
κοινωνίας, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει σημαντικότερη παρακαταθήκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου